Απο τον Φώτη Παπαγεωργίου, Αντιπρόεδρο Ακαδημαϊκού Συμβουλίου Πανεπιστημίου Keele Greece, Καθηγητή Κοινωνικών Επιστημών, Gisma University, Βερολίνο
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 25/3/2026
Ο θάνατος του Γιούργκεν Χάμπερμας προκάλεσε ένα ειλικρινές αίσθημα απώλειας στους γνώστες και αναγνώστες του έργου του. Τι πιο φυσικό, άλλωστε; Η εκδημία ενός στοχαστή, τα γραπτά και οι δημόσιες παρεμβάσεις του οποίου συζητιούνταν ευρύτατα εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια, ήταν αναμενόμενο να γεννήσει νυγμούς μελαγχολίας στους συμπαθούντες, μα και να προσκαλέσει μια διάθεση καλόπιστης ανακωχής σε εκείνους που έβρισκαν πρωτίστως στο έργο του λαβές διαφωνίας και κριτικής. Θα ήθελα, όμως, να σταθώ εδώ σε μια άλλη παραδοχή που συνόδευσε την είδηση του θανάτου. Αναφέρομαι στο διπλωτό γνωμάτευμα που διεσπάρη σε πλείστα δημοσιογραφικά σημειώματα διεθνώς: πέθανε, ενημερωθήκαμε, «ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος» και «ο τελευταίος μεγάλος δημόσιος διανοούμενος».
«Κοινότοπες δηλώσεις», θα πει κανείς. Αξίζει, όμως, να τις αναλύσουμε. Αν και το τι καθιστά «μεγάλο» έναν φιλόσοφο αποτελεί ερώτημα που δεν επιδέχεται εύκολη απάντηση, θα περιοριστώ σχηματικά σε δύο κριτήρια: την απήχηση και το βάθος. Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι θα παραδέχονταν πιο εύκολα το δεύτερο: «μεγάλοι» είναι εκείνοι που έθεσαν τα θεμέλια νέων προβλημάτων και ερωτημάτων, που εισήγαγαν νέες και πολύτοκες έννοιες και διακρίσεις, που κραταίωσαν ή δημιούργησαν εκ του μηδενός μια περιοχή στη φιλοσοφία, που επανερμήνευσαν με τρόπο γόνιμο τη φιλοσοφική παράδοση, ή κι όλα αυτά μαζί. Φιλόσοφοι, δε, χωρίς απήχηση, των οποίων, δηλαδή, το έργο δεν προκαλεί συζήτηση εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, δύσκολα χαρακτηρίζονται «μεγάλοι». Και τα δύο κριτήρια ισχύουν συνδυαστικά, κανένα δεν αρκεί από μόνο του. Ο Habermas πληρούσε και τα δύο, πολύ περισσότερο, ίσως, από κάθε άλλον υποψήφιο στην εποχή μας.
Πρέπει, βέβαια, να διαχωρίσουμε την έννοια του φιλοσόφου από την έννοια του «δημoσίουδιανοούμενου». Ένας μεγάλος φιλόσοφος δεν είναι κατ’ ανάγκη και δημόσιος διανοούμενος, πόσο μάλλον «μεγάλος». Στη μεταπολεμική περίοδο, δημόσιος διανοούμενος ήταν, κατά κανόνα, ένας ακαδημαϊκός προερχόμενος από τον χώρο των κοινωνικών ή ανθρωπιστικών επιστημών, του οποίου το έργο όχι μόνον βρήκε απήχηση σε ευρύτερο κοινό, μα και ο ίδιος απέκτησε σημαίνουσα φωνή στην επικαιρότητα, παρεμβαίνοντας τακτικά σε ζητήματα διεθνούς κοινωνικού ή πολιτικού ενδιαφέροντος.
Ήταν, λοιπόν, ο Χάμπερμας, ο τελευταίος «μεγάλος» εξ αυτών; Όχι, δεν ήταν ο τελευταίος. Ούτε ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος, ούτε ο τελευταίος μεγάλος δημόσιος διανοούμενος. Χωρίς να υπεισέλθω σε άσκοπη ονοματολογία, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υποστηριχθεί αυτό, αν απλώς κοιτάξει κανείς γύρω του με ειλικρίνεια. Ακόμα και αν ασπαστούμε την πεποίθηση ότι ο Habermas ήταν ο μεγαλύτερος από τους μεγάλους, δύσκολα θα δεχθούμε ότι ήταν ο τελευταίος. Η προσθήκη του αλχημικού επιθέτου «τελευταίος», επιτελεί μια, μάλλον, ύπουλη λειτουργία: προκρίνει τον έσχατο εκπρόσωπο μιας «χρυσής» εποχής. Δεν περιγράφει· πολύ περισσότερο, επιτελεί. Συγκροτεί αναδρομικά μια εποχή, της αποδίδει ενότητα και μεγαλείο. Είναι, με άλλα λόγια, ρητορικό σχήμα επικηδείου υπερβολής· κατανοητό, ίσως συγχωρητό, αλλά οπωσδήποτε ανεπαρκές.
Μήπως, όμως, παρέρχεται η εποχή των μεγάλων φιλοσόφων ή των μεγάλων δημοσίων διανοούμενων γενικά; Το ερώτημα αυτό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν εστιάζει στο διαμέτρημα του εκλιπόντος ή των ομοτίμων του, αλλά στην ίδια την ιστορική μεταβολή της πρόσληψής τους. Η δική μου γνώμη είναι πως παρέρχεται -για διαφορετικούς λόγους, σε κάθε περίπτωση. Καταρχάς, το κοινωνικό ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία διαρκώς λιγοστεύει. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι θα ελαττώνονται, καθώς ελαττώνεται το ακαδημαϊκό τους -αρχικό- ακροατήριο. Από την άλλη, οι συνθήκες που επέτρεψαν την ανάδειξη μεγάλων δημοσίων διανοούμενων, επίσης μεταβάλλονται. Η ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο, η πολιτικοποίηση των πανεπιστημίων, η αίσθηση επείγοντος της ιστορίας και ο κοινός ορίζοντας αναφοράς (η δυτική μεταπολεμική δημοκρατία) δημιούργησαν ένα έδαφος ιδιαιτέρως γόνιμο. Υπήρχε, με άλλα λόγια, ένα αναγνωρίσιμο κοινό που μοιραζόταν επαρκώς κοινές πνευματικές αναφορές ώστε να μπορεί κανείς να του απευθυνθεί. Σήμερα, ο κοινός αυτός ορίζοντας θρυμματίζεται. Οι δημόσιοι διανοούμενοι μιλούν σε πολλούς και στον κανένα ταυτόχρονα. Η μεταλλαγή αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από τη λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με το βήμα να δίνεται πια σε αμέτρητους δημοσιολόγους.
Η ακαδημαϊκή auctoritas, η επιπροσθήκη εγκυρότητας που φέρει η ακαδημαϊκή σκευή του δημόσιου διανοούμενου, χωρίς να εξαφανίζεται, διαθλάται σε μια αρένα όπου υπάρχουν, απλώς, υπερβολικά πολλοί ανταγωνιστές και συνομιλητές.
Λαμβάνοντας δε αυτό υπόψη, δεν είμαι ιδιαιτέρως αισιόδοξος για το μέλλον του έργου του Χάμπερμας, ας πούμε, σε 20-30 χρόνια. Από τη σκοπιά της ιστορίας των ιδεών, είναι αμέτρητοι οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι που, όσο ζούσαν, στάθηκαν διάσημοι, αναγνωρίστηκαν ως «μεγάλοι», μα βρέθηκαν εκτός Κανόνα λίγες μόλις δεκαετίες μετά τον θάνατό τους. Θα μπορούσε, εδώ, να αντιταχθεί ότι ο Χάμπερμας έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: η φιλοσοφική του σκέψη, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο της παρουσίας του ως δημοσίου διανοούμενου, έχει ήδη ενσωματωθεί ακαδημαϊκά σε πολλά πεδία του επιστητού, κατά τρόπο που καθιστά την άμεση λήθη μάλλον δύσκολη. Τονίζω, όμως, το παράδοξο: ελάχιστοι είναι οι δημόσιοι διανοούμενοι που μνημονεύονται μετά θάνατον ανεξάρτητα από την επιβίωση των κύριων κειμένων τους και την επιστροφή του κοινού σε αυτά. Όταν, λοιπόν, η διαχρονικότητα ενός φιλοσόφου συνδέεται άμεσα με την ανάγκη που δημιουργείται να επιστρέψει κανείς στο έργο του, πώς θα μπορούσε να είναι κανείς αισιόδοξος γνωρίζοντας ότι, ήδη, αποκαρδιωτικά λιγότεροι νέοι γνωρίζουν σήμερα τα κείμενα του Χάμπερμας, σε σύγκριση με δέκα ή είκοσι χρόνια πριν;



![KEELE-PUBLICATIONARTICLE – [KATHIMERINI-PAPAGEORGIOU] – [1920×1080] – 1 – [2026.03] Jürgen Habermas. O τελευταίος μεγάλος διανοούμενος - από τον Φώτη Παπαγεωργίου](https://keelegreece.gr/wp-content/uploads/2026/03/KEELE-PUBLICATIONARTICLE-KATHIMERINI-PAPAGEORGIOU-1920x1080-1-2026.03.jpg)